Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

rabbit punch


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο rabbit παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: punch
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rabbit n (animal)κουνέλι ουσ ουδ
  (επίσημο, παλαιό)κόνικλος ουσ αρσ
 Rabbits have been eating the vegetables in my garden.
 My son got a pet rabbit for his birthday, and he's called her Hopper.
 Τα κουνέλια έτρωγαν τα λαχανικά του κήπου μου.
rabbit n (meat: rabbit flesh)κουνέλι ουσ ουδ
 The barmaid served us rabbit stewed with carrots and potatoes.
 Η σερβιτόρα μας σέρβιρε κουνέλι στιφάδο με καρότα και πατάτες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rabbit fur n (rabbit fur)γούνα lapin φρ ως ουσ θηλ
  γούνα κουνελιού φρ ως ουσ θηλ
 I don't like the look of rabbit, so I'll buy a coat made of wool.
rabbit n figurative (sports: initially fast runner) (ζαργκόν: μεταφορικά)λαγός ουσ αρσ
  προπορευόμενος αθλητής που δίνει το ρυθμό
 You be my rabbit, and set the pace.
 Τρέξε εσύ μπροστά και δώσε το ρυθμό.
rabbit about [sth] vi + prep UK, slang (talk incessantly) (για κάποιο θέμα)φλυαρώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)παρλάρω ρ αμ
 He's a real bore at parties - always rabbiting about the economy or immigration.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
rabbit on vi phrasal UK, slang (talk incessantly)μιλάω ακατάπαυστα ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά, καθομ)δε βάζω γλώσσα μέσα έκφρ
 Brian never stops rabbiting on.
rabbit on about [sth/sb] vi phrasal + prep UK, slang (talk incessantly)μιλάω ακατάπαυστα για κτ περίφρ
 Barbara is always rabbiting on about her lazy husband.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bunny rabbit n informal (affectionate term for a rabbit) (υποκοριστικό)κουνελάκι, λαγουδάκι ουσ ουδ
 The children say that they want to have a bunny rabbit as a pet.
jackrabbit,
jack rabbit
n
(North American hare)κουνέλι ουσ ουδ
jackrabbit,
jack rabbit
n as adj
figurative (with a sudden movement forward)δρασκελιά ουσ θηλ
lucky rabbit's foot n (paw of a rabbit kept as a lucky charm)λαγοπόδαρο ουσ ουδ
 I always carry my lucky rabbit's foot when I sit an exam.
rabbit fur n (pelt of a rabbit)γούνα κουνελιού φρ ως ουσ θηλ
  τρίχωμα κουνελιού φρ ως ουσ ουδ
 The hat was made of rabbit fur.
rabbit hole n (opening of a rabbit's burrow)τρύπα κουνελιού περίφρ
  (ανεπίσημο)λαγουδότρυπα, κουνελοτρυπα ουσ θηλ
 The small dog disappeared down a rabbit hole.
rabbit hole n figurative (strange, surreal situation)δύσκολη κατάσταση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη: κτ δύσκολο)ζόρι ουσ ουδ
rabbit stew n (slow-cooked dish of rabbit meat)λαγός στιφάδο ουσ ουδ
 The chef was making a rabbit stew.
rabbit trail n figurative (digression, confused path)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The discussion had gone down a rabbit trail.
rabbit warren n (network of rabbit burrows)λαγούμια κουνελιών φρ ως ουσ ουδ πλ
 A rabbit warren consists of a series of tunnels that are connected to each other.
rabbit-proof fence n (enclosure, barrier: to keep out rabbits)φράχτης για τα κουνέλια φρ ως ουσ αρσ
  φράχτης απομάκρυνσης κουνελιών φρ ως ουσ θηλ
  περίφραξη απομάκρυνσης κουνελιών φρ ως ουσ θηλ
rabbit-proof fence n AU, informal (boundary between Australian states)φράχτης στα σύνορα μεταξύ κρατιδίων της Αυστραλίας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Rabbit Proof Fence,
State Barrier Fence of Western Australia
n
(long fence in Australia)φράχτης απομάκρυνσης παρασίτων στην Αυστραλία
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
rarebit,
Welsh rarebit,
Welsh rabbit
n
(cheese on toast)Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Σχόλιο: Είδος φαγητού που αποτελείται από λιωμένο τυρί επάνω σε φρυγανισμένο ψωμί.
snowshoe rabbit n (animal: variety of hare)λαγός Lepus americanus φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Snowshoe rabbits live in forest areas.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rabbit punch στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rabbit punch».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!